Συμέλα

Μια απ’ τις αγαπημένες μου φράσεις-ρητά είναι το γνωστό «τι μικρός που ‘ν’ ο κόσμος» τελικά. Εδώ, κάνω παύση κι ανοίγω μια Amstel (βλ. διαφήμιση).

Σας έτυχε ποτέ να διαβάσετε ένα βιβλίο και να ταυτιστείτε με κάποιον ήρωα του; Όχι απλά να επιθυμήσετε να μπορούσατε να ζούσατε τα κατορθώματά του, τις δυστυχίες ή τους έρωτές του, αλλά να αισθανθείτε πως ζείτε στον κόσμο του. Να αναγνωρίσετε το περιβάλλον σας, τους φίλους σας, τους γνωστούς σας. Να είναι οικεία τα πρόσωπα, να είναι γνωστές οι καταστάσεις, να είναι ίδιες οι πίκρες κι ίδιες οι χαρές. Μια σουρεάλ ρέπλικα, που ίσως συμβαδίζει κι εξελίσσεται στον ίδιο χρόνο, ίσως συνέβη στο παρελθόν και αφηγείται γεγονότα του παρόντος. Ένα σύμπαν παράλληλο με το δικό μας που να σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιός είναι ο ήρωας του διηγήματος και ποιός ο αναγνώστης…

Ε, λοιπόν, εδώ και καιρό, στο δικό μας καιρό, των ψηφίων, διαβάζω τη Συμέλα Μελετλίδου – όπου βρω. Δεν είναι άλλωστε και λίγα τα «μέρη» που μπορεί κανείς να διαβάσει για την Ελληνίδα αμαζόνα που ζει στη Σουηδία. Διαβάζω «αθόρυβα», όπως συνηθίζω να διαβάζω τα περισσότερα blogs εκτός της στενής παρέας που τείνω να ονομάζω «κλίκα». Αθόρυβα σημαίνει χωρίς σχολιασμό. Χωρίς ανταπόκριση. Συγκρατούμαι. Κυρίως επειδή πιστεύω στην πρώτη επαφή. Στην πρώτη εντύπωση. Παράλογο θα μου πείτε, αλλά σε ένα χώρο υποθετικό και συμβιβαστικό, που για όνομα χρησιμοποιείς ψευδώνυμο και για εικόνα σου ένα χαρακτήρα καρτούν, ο λόγος σου, και μόνον αυτός, είναι εκείνος που θα δώσει κάτι απ’ την προσωπικότητά σου.

Κι έτσι δεν μιλήσαμε ποτέ. Δεν ανταλλάξαμε σχόλια, επαίνους, γκρίνιες, κριτικές. Δεν ευχηθήκαμε έστω μιαν «καλημέρα», η μία στην άλλη…

*

Από τις ιστορίες που μου έλεγε ο πατέρας μου μικρή, μου άρεσε πιο πολύ εκείνη για τον αποκλεισμό του χωριού απ’ τα χιόνια, τη δεκαετία του πενήντα. Ήταν λέει τόσο πολύ το χιόνι, σχεδόν δυο μέτρα, που σκάβανε τούνελ για να πάνε μέχρι το μικρό τους στάβλο, να ταΐσουν το γαϊδουράκι μας κι ένα βόδι, που τους βοηθούσε στ’ όργωμα! Φυσικά, όπως όλες οι ιστορίες των παλαιότερων έχει την υπερβολή της, αλλά η αλήθεια είναι πως εκείνα τα χρόνια το χωριό στους πρόποδες του Μπέλες θύμιζε αρκετά τις Άλπεις.

Το χωριό είναι τα Πλατανάκια, κοινότητα της επαρχίας Σιντικής, του νομού Σερρών. Σήμερα το χωριό ανήκει (διοικητικά) στον «καποδιστριακό» δήμο της Κερκίνης, με την ομώνυμη λίμνη της φανταστικής ομορφιάς και βιοποικιλότητας. Τότε, ήταν απλά «το χωριό μας».

Κάθε φορά λοιπόν που χιόνιζε έξω απ’ το παράθυρο, έπεφτα σε παροξυσμό. Ήθελα να βγω έξω και να παίζω όλη μέρα – κι όλη νύχτα, αν αυτό ήταν δυνατόν. Όσες φορές τό ‘σκαγα απ’ την επιτήρηση του πατέρα μου, μούσκευα ως το κόκκαλο και γινόμουν ένα με το χιόνι. Λάτρευα και λατρεύω το χιόνι, τις χιονισμένες πλαγιές, τα χιονισμένα τοπία. Σήμερα πια συμβιβάζομαι μ’ έναν περίπατο σε κάποιο χιονισμένο μονοπάτι, μακριά απ’ την πόλη, αλλά το χιόνι έχει γίνει δυσεύρετο ακόμη και στα μέρη μας.

Εκείνο που με συναρπάζει αφάνταστα είναι η απόλυτη απουσία θορύβου στη φύση και ο «βιασμός» της – σαν κάποιος να πάτησε τη «σίγαση» (mute ελληνιστί) στο τηλεκοντρόλ του πλανήτη – που σε μετατρέπει σε «ατέλεια» του κάδρου, αφού η κίνησή σου πάνω στο χιόνι κι ο θόρυβος απ’ τις μπότες σου, που βυθίζονται ψάχνοντας να βρουν στέρεο έδαφος, αφήνουν σημάδια ανθρώπινης ύπαρξης στη νεκρή φύση.

Στο χωριό ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Όλα. Χειμώνα – καλοκαίρι. Σαββατοκύριακα το χειμώνα, γιορτές και σχόλες και φυσικά όλο το καλοκαίρι. Οι διακοπές στη θάλασσα ήταν κάτι εξωτικό (και σπάνιο) για μας. Ο μπαξές και τα καπνά περίμεναν στοργικά τη φροντίδα μας, μαζί με το μάζεμα των καρυδιών που μαύριζε τα χέρια και δεν έλεγε να φύγει με τίποτα. Σύκα, λωτοί, ρόδια, φράουλες, φιρίκια, κράνια, μούρα, κεράσια, σταφύλια, ροδάκινα, βερίκοκα, απίδια (αχλάδια)… Απ’ όλα είχε ο μπαξές. Ευλογημένος τόπος. Και δεν ήταν μονάχα τα φρούτα. Είχαμε και τουλάχιστον ένα δυο χωραφάκια με καλαμπόκι και στάρι, στη Μαύρη Πέτρα και στο Κάπερ (σ.σ. τοπωνύμια), αλλά και λεφτοκάρια (φουντούκια), που για να φτάσεις στην ψίχα τους έπρεπε να τα ξετυλίξεις απ’ το «πράσινο περιτύλιγμα» τους και μετά να σπάσεις το κέλυφος. Στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε με τιμωρία που έπρεπε να υποστώ όλη αυτή τη διαδικασία για να φάω δυο φουντουκάκια, τη στιγμή που τα άλλα παιδάκια στην πόλη αγόραζαν ένα σακουλάκι και έτρωγαν όσα ήθελαν!

Η απόσταση απ’ την πόλη του Κιλκίς είναι όσο ένας μαραθώνιος, που μπορεί να μην τον τρέξαμε ποτέ πεζή, αλλά τον διανύσαμε άπειρες φορές με τ’ αυτοκίνητο. Είχαμε μάθει τα χωριά απ’ έξω. Ξέραμε κάθε στροφή και κάθε του πινακίδα. Και τραγουδούσαμε… Το ράδιο μετά βίας «έπιανε» κάποιο σταθμό, οπότε τραγουδούσαμε εμείς σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι να σκάσουν τα πνευμόνια μας. Θεοδωράκη, Ζαμπέτα, Τσιτσάνη, Μπέλου, Καζούλη, Τα παιδιά απ’ την Πάτρα… ένας φάλτσος μουσικός αχταρμάς, που σε κούφαινε και σου προκαλούσε πονοκέφαλο! Μέχρι που έπιανε κάποιο σκοπό της Μαντουμπάλας ή της Ζιγκουάλας ο μπαμπάς με τη μπάσα βροντερή φωνή του κι έπεφτε σιωπή στ’ αμάξι. «Αυτή η νύχτα μένει, που θά ‘μαστε μαζί…» τραγουδούσε κι έκοβε τη φωνή του γι’ αναπνοές, όπως ο Στέλιος, που τού ‘χαν μεγάλη αγάπη στο χωριό, αφού ‘χε ζήσει τα χρόνια της Κατοχής μαζί τους, στο σπίτι της ξαδέρφης του, της μακαρίτισσας της Στέλλας. Κι ύστερα ο δρόμος τελείωνε: «Καστανούσα», «Καλοχώριον», «Πλατανάκια»… και δεν υπήρχε ύστερα.

Τα καλοκαίρια στο χωριό δεν ήταν μονάχα δουλειές. Εξάλλου, εμείς σαν παιδιά περισσότερο δυσκολεύαμε τη ζωή των μεγαλύτερων, παρά την ευκολύναμε στις δουλειές. Τα καλοκαίρια στο χωριό ήταν κυρίως παιχνίδι.

Μεγάλωνε το χωριουδάκι μας κι έπαιρνε ξανά ζωή. Φαμίλιες μεταναστών απ’ τη Γερμανία και τη Σουηδία επέστρεφαν ξανά στην πατρίδα, με τα γυαλιστερά τους αυτοκίνητα και την ξενική προφορά τους, για ν’ ανταμώσουν με τους δικούς μας «ξενιτεμένους». Τους πρωτευουσιάνους, αλλά κι εκείνους της συμπρωτεύουσας και του Κιλκίς, πού ‘χαν αφήσει το χωριό για να βρουν δουλειά στην πόλη. Γιατί είχαμε την ατυχία να είμαστε όλοι πρόσφυγες και ξενιτεμένοι. Τραπεζουνταίοι οι πιο πολλοί, αφήσανε πίσω τα χώματά τους για να βρουν καταφύγιο στην μεγάλη πατρίδα κι ύστερα μετανάστες, αφήνοντας πίσω τη μάνα στο χωριό, να φυλάει «Θερμοπύλες» στο Τριεθνές.

Αλλά τότε όλα αυτά δε χωρούσαν στο μυαλουδάκι μας. Κρατούσαμε χώρο μόνο για την «αλάνα», το «τζαμί», το «κρυφτό» και το «κουτσό». Λέξεις που χάθηκαν απ’ το λεξιλόγιο μας σήμερα, αλλά κι απ’ τη ζωή μας.

Νομίζω πως ακούω ακόμα τις μανάδες μας, που μας έψαχναν μες στα ρέματα και τα λαγκάδια, κι όταν μας έβρισκαν μας κυνηγούσαν να μαζευτούμε στο σπίτι. Νομίζω πως είμαι ακόμη κουρασμένη, από τις «εκστρατείες» που κάναμε, ένα τσούρμο πιτσιρίκια, ακολουθώντας τα βήματα του Ξενοφώντα σε μια άλλη ανάβαση, μέχρι το… Καλοχώρι, απέναντι.

Αυτά μου θυμίζει η μορφή της Συμέλας με το πλατύ χαμόγελο. Την ποντιακή μου καταγωγή, τη σχωρεμένη τη γιαγιά μου που μας περίμενε πως και πώς τα Σάββατα, τα «σουηδάκια» στην αυλή μας, και τους όρκους φιλίας που ανταλλάσαμε – «μέχρι να πεθάνουμε», τα ατελείωτα καλοκαίρια κάτω απ’ τη γερασμένη μας ακακία…

buzz it!

Advertisements

~ από Mara Lisha στο Αύγουστος 8, 2008.

6 Σχόλια to “Συμέλα”

  1. Είσαι σε άδεια, έτσι; Θα επανέλθω οσονούπω να σχολιάσω ΤΑ ΠΑΝΤΑ!!!
    (έτσι γράφεται το οσονούπω;)

  2. Ένα πράγμα που με πληγώνει είναι που ο γιος μου δεν έχει χωριό. Όπως δεν είχα κι εγώ και τώρα ζηλεύω αφάνταστα διαβάζοντας αυτές τις ομορφιές που έχετε ζήσει. Πάω να δω το μπλογκ της Σιμέλας, φιλιά.

  3. […] metro, simela Από τα στατιστικά του blog μου οδηγήθηκα σε ΑΥΤΟ το blog και κατασυγκινήθηκα + πηγαίνετε κι εσείς να […]

  4. Αχ βρε MaraLisha θα αρχίσω να σε ζηλεύω! Τι γραφή είναι αυτή! υπέροχο κείμενο, γεμάτο εικόνες και συναίσθημα, γεμάτο νοσταλγία και αίσθηση ανεμελιάς. Να σου προτείνω κάτι? Αντί να γράφεις εδώ, που έχουμε την τύχη να σε δούμε λιγοι (λίγοι σε σχέση με αυτό που θα προτείνω) γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο για να σε μάθουν οι πολλοί? όχι για να γίνεις πλούσια ή να αποκτήσεις φήμη (αυτά θα έρθουν) αλλά επειδή είναι κρίμα να μην ταξιδεύεις περισσότερο κόσμο με αυτή την πένα (έστω πληκτρολόγιο). (κατά βάθος είναι ένα σατανικό σχέδιο για να μη γράφεις τόσο ωραία posts αλλά φαίνομαι τόσο καλή που θα συγκινηθούν τα πλήθη -σνιφ! είμαι τέλεια!).
    Σε φιλώ!
    ΥΓ Κι είσαι και ΟΜΟΡΦΗ! Θέε μου όλα σε μια κοπέλα τα έδωσες?

  5. Εκπληκτικό κείμενο γεμάτο νοσταλγία!

  6. @Γλαύξ
    Καλώς ήρθες στην παρέα μας, χαίρομαι που σου άρεσε το κείμενο. Θα τα πούμε σύντομα.

    @Συμέλα
    Χρόνια πολλά καλή μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: