Ο μπαμπάς μου, by Spy

Ήταν λογικό να πάει στραβά η μέρα μου… Τρίτη και 13* – τί να περίμενα; Να τύχω τον πρώτο αριθμό στο λαχείο; Μάλλον όχι. Να γίνω «παπάκι» απ’ την ξαφνική ανοιξιάτικη μπόρα; Το μόνο βέβαιο.

Έσπρωξα τη βαριά σιδερένια πόρτα και μπήκα στο μοναδικό κατάστημα που ‘ταν ανοιχτό στην περιοχή, έναν παραδοσιακό καφενέ, της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη! Χριστέ μου, πως σκατά βρέθηκα σ’ αυτή την άκρη του κόσμου;

– «Τί θα πάρετε;» άκουσα μια βαριά αντρική φωνή να λέει πάνω απ’ το κεφάλι μου. Δεν απάντησα, απλά χαμογέλασα ευγενικά. Έψαχνα ανεπιτυχώς να βρω το πορτοφόλι μου και βυθιζόμουν σ’ ένα περίεργο και ανεξήγητο άγχος, που έμοιαζε να μ’ επισκέφθηκε απ’ το πουθενά.

– «Κερνάει το κατάστημα, miss» συνέχισε η φωνή.

«Του εξάντλησα την υπομονή», ήταν η πρώτη μου σκέψη. Σιχτίρ καφέ, θα μου φέρει. Και τι να μου κάνει άλλωστε ο καφές; Αλλά και τι καφέ θα μου φέρει; Σιγά μη σερβίρουν espresso freddo εδώ στην ερημιά.

– «Έχω χρήματα», είπα, αλλά η φωνή μου δεν ήθελε να βγει, δεν ήθελε να πάρει ένα σταθερό τόνο. Σαν να μ’ είχαν πιάσει πάνω από ένα πτώμα, καταματωμένη, να κρατώ σφιχτά το μαχαίρι στην παλάμη μου κι εγώ επέμενα πως δεν είμαι ένοχη. Α, ρε Νίκο τι χουνέρι μού ‘κανες.

– «Ένα…»

– «Ένα χαμομηλάκι θα σου φέρω κούκλα μου, να ζεστάνεις τα κόκκαλα σου», μου ‘πε ο καφετζής κι έφυγε για τον πάγκο του, χωρίς να περιμένει απάντηση.

Άφησα τη ματιά μου να περιπλανηθεί στο μαγαζί, χωρίς σκοπό. Οι παλιές φωτογραφίες που κρέμονταν στον κακοφωτισμένο τοίχο έμοιαζαν με ντεκόρ από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία με το Βέγγο. Ο καφετζής, ο πατέρας του, ο παππούς του, προφανώς κι ο προπάππος του, κρέμονταν ο ένας δίπλα στον άλλο, συνεχίζοντας μια παράδοση, που αν κάτσεις και μετρήσεις τις γενιές, σίγουρα θα φτάσεις στον Τρικούπη! Μποτίλιες με ούζο χωρίς ετικέτες, δυο βαρέλια με κρασί στο βάθος, κάτι αράχνες στη γωνία, ένα βάζο με καραμέλες… Jesus! Πού στο διάτανο διακτινίστηκα; Beem me up Scotty, σβέλτα!

Αντί για τον Scotty όμως εμφανίστηκε ξανά ο καφετζής, με μια κούπα τσάι κι ένα πιατάκι με γλυκό συκαλάκι.

– «Να σας τρατάρω κι ένα γλυκό… Το φτιάχνει η κυρά-Φροσύνη, γυναίκα μου. Κερασμένα, εκ της διευθύνσεως», μου ‘πε χαμογελώντας και τα σέρβιρε μπροστά μου με εξαιρετική γρηγοράδα.

Δηλαδή, με τα πολλά, είμαι στο στέκι του Τρικούπη, πίνω μετά από μια δεκαετία ξανά τσάι, συνοδευόμενο από γλυκό σύκο, που τό ‘φτιαξε η κυρά-Φροσύνη! Κρατήσουμε Μάρα κορίτσι μου, γιατί σε λίγο θα βγει κι ο Αλή πασάς

– «Άργησες. Λίγο ακόμα και θα έφευγα» ακούστηκε μια άλλη φωνή, αυτή τη φορά απ’ το τραπεζάκι πίσω μου.

Μες στη βιασύνη μου να βρω το πορτοφόλι μου, να συνειδητοποιήσω που βρίσκομαι και τι κάνω, που δεν είχα προσέξει πως καθόταν κάποιος πίσω μου. Ήταν και βαρύ το σκοτάδι στη γωνία που καθόμουν, που ήταν πραγματικά αδύνατο να μπορέσεις να ξεχωρίσεις οτιδήποτε.

– «ΟΣΕ. Τι περιμένεις; Κατερίνη – Αθήνα το κάνεις όσο Νέα Υόρκη – Πεκίνο! Βάλανε και καμιά δεκαριά βαγόνια “τσόντα” στη Λάρισα, μας αλλάξανε τα φώτα» αποκρίθηκε μια δεύτερη φωνή, τον κάτοχο της οποίας δεν είχα αντιληφθεί να μπαίνει στο καφενείο.

– «Το έφερες;» συνέχισε ο πρώτος εκ των σκοτεινών τύπων.

Αγωνιζόμουν να δω όσο πιο διακριτικά μπορούσα τις σκιές τους. Το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω ήταν οι καπαρντίνες τους, ένα ψάθινο καπέλο αφημένο στο τραπέζι, την αξυρισιά του ενός και τα σκούρα γυαλιά ηλίου του δεύτερου, που τα φορούσε ακόμη.

Έβγαλε ένα σακούλι με κάποια λευκή ουσία μέσα, σε ψιλοκομμένους κόκκους, που το μεταχειριζόταν με μεγάλη προσοχή, σαν να ήταν κάτι ακριβό και σπάνιο και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.

– «Για τα παιδιά. Τό ‘χουν ανάγκη!» είπε αυτός που προφανώς ερχόταν από Κατερίνη, «με την ευχή της».

Μα τι τού ‘δωσε; Η περιέργεια με έτρωγε σαν το σαράκι. Και γιατί ο άλλος φορούσε γυαλιά ηλίου «με τέτοιο παλιόκαιρο», που λέει κι ο Τερζής;

– «Να ‘σαι καλά, Κώστα μου. Κι εγώ όμως, να… έτοιμο το έχω» είπε και του έδωσε με μεγάλη μυστικότητα κάτι μικροσκοπικό, σαν κάμερα του James Bond.

Στο λεπτό εμφανίστηκε ο καφετζής και τους διέκοψε. Πήρε τις παραγγελίες τους, αφού τους καλωσόρισε και τους έσφιξε συνωμοτικά τα χέρια. Αχά! Κύκλωμα, σκέφτηκα. Τέτοια μυστικότητα πια… Κι εγώ τί; Μάρτυρας; Πού έχω μπλέξει άραγε;

Η ώρα περνούσε, εγώ είχα στήσει αυτί, οι δυο τύποι άλλαζαν πληροφορίες σχεδόν αθόρυβα κι ο Νίκος δε φαινόταν πουθενά. Κοιτούσα το τηλέφωνό μου που είχε πεισμώσει και δεν έλεγε να ανοίξει. «Μόνο να μην έχει βραχεί», μονολογούσα. Να μην έχει βραχεί, αλλιώς δε θα μπορέσω να βρω το Νίκο και θα ξεμείνω στην ερημιά, ολομόναχη με τους μυστηριώδεις τύπους πίσω μου και τον καφετζή να κρυφοκοιτάζει περίεργα πίσω απ’ τον πάγκο.

– «Σπύρο, χίλια ευχαριστώ. Θα φροντίσω να φτάσει στον προορισμό του. Καλή αντάμωση!» είπε ο «καπελωμένος» κι έφυγε σαν τον άνεμο.

Η καύτρα απ’ το τσιγάρο του αλλουνού φάνηκε για μια στιγμή καθώς τραβούσε την τελευταία τζούρα του κι έπειτα χάθηκε κι αυτός, με τον ίδιο μυστηριώδη τρόπο που είχε εμφανιστεί.

Έκανα να σηκωθώ να φύγω, όταν είδα τον καφετζή να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Γύρισα πλάτη, πέταξα άτσαλα το κινητό στην τσάντα και σχεδόν δρασκέλισα σαν τριπλουνίστρια προς την εξώπορτα.

– «Σας έπεσε» τον άκουσα να λέει, ακριβώς από πίσω μου.

Ένα ρίγος, σαν ηλεκτρισμός με διαπέρασε απ’ την κορφή ως τα νύχια. Πήρα μια βαθιά ανάσα και μ’ όσο θάρρος μου είχε απομείνει γύρισα να αντιμετωπίσω τον «αντίπαλο».

– «Είχα να πιώ χαμομήλι απ’ την έκτη δημοτικού… και γλυκό… να, δεν είμαι των γλυκών… Αλλά ήταν ωραίο. Ζεστάθηκε το μέσα μου. Θα σας πληρώσω άλλη φορά. Ξέχασα το πορτοφόλι μου στη δουλειά. Αλήθεια λέω. Είμαι από καλή οικογένεια… εμείς…» είπα, έτοιμη να συνεχίσω τις ασυναρτησίες, αν δε με σταματούσε ο άνθρωπος, χαρίζοντάς μου ένα ζεστό και γλυκό χαμόγελο.

– «Σας έπεσε αυτό» είπε εκείνος και μού ‘δωσε ένα flash drive. «Σας είπα, κερασμένα απ’ το μαγαζί. Βλέπετε, δεν έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε πολλές κυρίες στο κατάστημα. Σπάει τη μονοτονία… Καληνύχτα και στο καλό. Κι αν βρεθείτε ξανά απ’ τα μέρη μας, ελάτε να σας τρατάρω και βύσσινο».

Πήρα το φλασάκι και εξαφανίστηκα. Δεν κοίταξα πίσω μου καθόλου. «Να μου λείπει το βύσσινο» που έλεγε κι ο αείμνηστος, ο καπετάν Γιώτης. Στη γωνία πέτυχα και το Νίκο που έκοβε βόλτες στο τετράγωνο, προφανώς ψάχνοντας να με βρει.

– «Γιατί το ΄χεις κλειστό ρε ΄συ το κινητό σου;» κραύγασε ο Νίκος μόλις μπήκα στ’ αμάξι.

– «Χέσε με ρε Νίκο!» είπε θυμωμένη, ευχαρίστησα το Θεό που δεν με είχαν «καθαρίσει» οι έμποροι της λευκής ουσίας και μέχρι να βγει απ’ τα στενά είχα αποκοιμηθεί.

Ξύπνησα στο κρεβάτι μου το επόμενο πρωί. Η νυχτερινή περιπέτεια έμοιαζε με όνειρο, αλλά μόλις άνοιξα την τσάντα μου «το όνειρο» διαλύθηκε στην όψη του flash drive. Το πήρα, το έβαλα στο λάπτοπ κι εμφανίστηκε το παρακάτω μήνυμα…

«Κώστα, ευχαριστώ για τον τραχανά. Τα παιδιά τρελάθηκαν την προηγούμενη φορά. Πες στη μάνα σου χίλια ευχαριστώ και να μου τη φιλήσεις! Την άλλη φορά που θα έρθεις θα πω στο θείο μου να μας ετοιμάσει και μεζέδες, να μαζευτούμε στο καφενεδάκι η παρέα να τα “τσούξουμε”. Α… και μη ξεχάσεις να βάλεις στο site το post που έγραψα για τον πατέρα μου!

Σπύρος (Spy)»

Ε, τι να έκανα; Αφού έπεσε στα χέρια μου, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να το αναρτήσω…

*

Ο μπαμπάς μου είναι ο πιο αδικημένος μπαμπάς του κόσμου. Αυτός κι άλλοι δύο δισεκατομμύρια μπαμπάδες σε όλον τον πλανήτη, περίπου. Είναι αυτός που δεν του αφιερώθηκε καμία παγκόσμια ημέρα, που δεν του πήραμε ποτέ λουλούδια στη γιορτή του, παρά μόνο, κάλτσες, παντόφλες και τιράντες (έτσι μας συμβούλευε η μαμά). Είναι αυτός που όποτε κι αν τρομάξαμε δεν φωνάξαμε ποτέ το όνομά του. Η αυτόματη αντίδραση στον τρόμο είναι παγκοσμίως το: Μαμάααα…

Ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς σου και όλοι αυτοί οι άλλοι μπαμπάδες εκεί έξω είναι που καμάρωναν κρυφά στις παρελάσεις ενώ η μαμά χειροκροτούσε από τις μπροστινές σειρές, αλλά είναι ταυτόχρονα και αυτός ο κρυφός ήρωας που όταν ματώναμε δεν λιποθυμούσε, όταν παίρναμε χαμηλούς βαθμούς δεν ντρεπόταν μπροστά στους φίλους του, κι όταν του ανακοινώναμε ότι δεν θέλουμε να γίνουμε γιατροί ή δικηγόροι, αλλά ποιητές και ζωγράφοι, δεν το θεωρούσε ασθένεια και μας ενθάρρυνε.

Ο μπαμπάς μας είναι αυτός που, παιδιά ακόμα, λέγαμε πως άμα μεγαλώσουμε θα του μοιάσουμε… κανείς δεν ήθελε να κάνει οικοκυρικά. Αυτός που ξημεροβραδιαζόταν στα εργοστάσια, στα υπόγεια, στα λιμάνια, στα καράβια, στις αγορές και σε γραφεία κολαστήρια, για να μην ζήσουμε κι εμείς τις στερήσεις που έζησε εκείνος, αλλά ταυτόχρονα όταν το βράδυ πεταγόμασταν ουρλιάζοντας από το κρεβάτι μας, ξύπναγε μαζί με τη μαμά, γεμάτος ανησυχία, κι ας της έδινε σιωπηλά το ρόλο του «καθησυχαστή» στους εφιάλτες και του «ειρηνοποιού» στις φιλονικίες.

Κι εμείς τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια για τους το ανταποδώσουμε; Δεν τους είπαμε ποτέ αλήθεια για το πότε ξεκινήσαμε το κάπνισμα, δεν τους ζητήσαμε ποτέ στα ίσια καινούργια παιχνίδια (παρά χρησιμοποιούσαμε τεχνηέντως τον επίσημο διαπραγματευτή του ΟΗΕ: τη μαμά…), δεν τους ρωτήσαμε ποτέ αν ήταν κάποτε κι αυτοί παιδιά κι αν ο δικός τους ο μπαμπάς τους πρόσεχε και τους φρόντιζε με τις ίδιες θυσίες, δεν τους ζητήσαμε ποτέ συγγνώμη για τίποτα, διότι ο εγωισμός μας είναι ιδιαιτέρως εύθραυστος, δεν θυμηθήκαμε τα γενέθλιά τους…

Ο μπαμπάς μου είναι ο πιο αδικημένος μπαμπάς του κόσμου. Αυτός κι άλλοι 2 δισεκατομμύρια μπαμπάδες είναι ακόμα εκεί (κοντά ή μακριά μας…) για να τους πούμε ευχαριστώ, συγγνώμη, σ’ αγαπάω. Κι εγώ (εμείς;…) το σκέφτομαι ακόμα, διότι πιστεύω ότι θα υπάρχει για πάντα και έχω ακόμα χρόνο, ο μπαμπάς μου είναι αθάνατος, ο μπαμπάς μου είναι ήρωας, ο μπαμπάς μου είναι άθραυστος…

Ο μπαμπάς μου είναι εύθραυστος, ο μπαμπάς μου μένει μακριά από το καινούργιο μου οχυρό…

Ο μπαμπάς μου…

* Το αρχικό κείμενο από τον Spy δημοσιεύθηκε στις 13.05.2008, ημέρα Τρίτη και για όσους δεν το κατάλαβαν, ήταν ο σημερινός μου καλεσμένος στο «blogging on Sundays».

Advertisements

~ από Mara Lisha στο Αύγουστος 10, 2008.

17 Σχόλια to “Ο μπαμπάς μου, by Spy”

  1. Τι δίκιο που έχεις… Τους αδικούμε όπως κάποια μέρα θα αδικήσουν κάποιοι κι εμάς. Κάποια μέρα θα είμαστε εμείς αυτοί που θα παίρνουμε για δώρα κάλτσες και «πράγματα για το σπίτι»…

    Μάρα, το εισαγωγικό σου κείμενο ήταν καταπληκτικό. Έφαγα τα νύχια μου από την αγωνία 🙂

  2. Αγαπητή μου οικοδέσποινα,
    Γνωρίζετε ότι η εκπομή σας «blogging on Sundays» έχει γίνει αγαπημένος προορισμός πλέον. Εκείνο που ίσως να μην γνωρίζετε, είναι ότι τα κείμενά σας, ξεπερνούν σε ενδιαφέρον, βάθος, ουσία (όχι λευκή) και αγωνία, αυτά των καλεσμένων σας. Κόντεψα να πεθάνω μέχρι να διαβάσετε το flshάκι…

    Επιτρέψτε μου να μην σας γράψω κάτι άλλο προς το παρόν διότι είμαι και λίγο συγκινημένος, ειλικρινά. Θα επανέλθω.

    Νιώθω ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλη τιμή για μένα, να φιλοξενείται κάποιο κείμενό μου σε άλλη ιστοσελίδα, καιειδικότερα εάν αυτή ανήκει σε έναν άνθρωπο με τη δική σας ποιότητα.

    Σας ευχαριστώ για την Κυριακή που μου αφιερώσατε.

  3. Μπορούν να ακουστούν τα παλαμάκια? εξαιρετικό! δεν λέω τίποτε άλλο!

  4. Τέλειο …

  5. @ Linguafranca
    Έτσι ένιωσα κι εγώ την πρώτη φορά που διάβασα το κείμενο του Spy, ένιωσα πως αγαπάω πολύ περισσότερο τον μπαμπά μου απ’ ότι νόμιζα και τον αδικώ…
    Χαίρομαι που σου άρεσε.

    @Spy
    Αγαπητέ μου, εσύ με συγκινείς λέγοντας μου πως τις Κυριακές το blog μου είναι αγαπημένος προορισμός!
    Απέδωσες εκπληκτικά το δέσιμο που αισθάνονται τα παιδιά για τους γονείς τους.

    @Wilma
    Τα ακούω τα παλαμάκια!!!! 🙂

    @ Άρτεμις
    Καλώς όρισες στην παρέα μας, θα τα λέμε συχνά. Το blog σου το επισκέπτομαι συχνά και μου αρέσει πολύ.

  6. Μπερδεύτηκα αρχικά, στη συνέχεια χάθηκα.
    Ο τίτλος με προβλημάτισε καθώς διάβαζα, το κείμενο με συνεπήρε.

    Mara Lisha, είστε φανταστική.
    Spy, με συγκινήσατε.
    Καταπληκτική συνεργασία.

    ΥΓ. Η μυστιριώδης περιγραφή μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις ανεπανάληπτες φωτογραφίες των προηγούμενων αναρτήσεων.

  7. Αν ο εμπνευσμένος κατά(σ)κοπος βρίσκει μία πένα σαν την δικιά σας τότε το αποτέλεσμα προκαλεί ρίγη συγκίνησης και μία γλύκα που μόνο ο τραχανάς μπορεί να αφήσει. Σας συγχαίρω γιατί διάβασα και συγκινήθηκα. Με συγχαίρω που σας βρήκα.

    Εις το επανειπείν

  8. Τέλειο!! Πολύ όμορφο!!
    Και μάλιστα γραμμένο από άτομα που γνώρισα πρόσφατα αλλά εκτίμησα τόσο πολύ. Spy από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάστηκα από το αφηγημετικό σου ταλέντο.
    Μάρα μου, εκτός των άλλων, δεν πρόλαβα να σε κάνω κοπλιμέντο για την θεσπέσια ομορφιά σου. Εύγε!!!

  9. @ wert01gf
    Αγαπητέ μου θα συμφωνήσω πως η συνεργασία μ’ άρεσε ιδιαίτερα. Οφείλω να ομολογήσω πως διασκεδάζω κάθε Κυριακή που φιλοξενώ κάποιον φίλο. Θεωρώ όμως, πως είναι δύσκολο να προλογίσεις άρθρα ανθρώπων που δεν γνωρίζεις προσωπικά γιατί μπορεί να παρεκκλίνεις από τον αρχικό σου στόχο. Χαίρομαι ιδιαίτερα που σου άρεσε.

    @ Island
    Καλώς ήρθες στην παρέα μας.
    Είναι ευχής έργο να μπορούμε να συγκινούμε κόσμο χωρίς να είμαστε συγγραφείς ή δημοσιογράφοι. Ευχαριστούμε ιδιαίτερα για τα κολακευτικά σου λόγια. Θα τα πούμε σύντομα από κοντά.

    @dr.seeng
    Γιατρέ μου, θεσπέσια ομορφιά; με κάνετε και κοκκινίζω 🙂
    Το ταλέντο του Spy αναμφισβήτητο, πότε με μια απλή φωτογραφία, πότε μ’ ένα συγκινητικό άρθρο, μας χαρίζει απλόχερα εικόνες….

  10. Μάρα μου, τι ωραία εισαγωγή, πραγματικά αντάξια ενός «κατασκόπου»! Όσο για το κείμενο του Spy(ros), είναι τόσο ακριβές και αληθινό που πάω να πάρω τηλέφωνο τον γλυκό μου τον μπαμπά!!!
    Σας φιλώ και τους δύο. Καλημέρα!

  11. Ξεκίνησα να διαβάζω γρήγορα αλλά ο ρυθμός επιβραδύνθηκε μετά από τις πρώτες αράδες για να μπορέσω να το απολαύσω καλλίτερα και περισσότερο.

    Τι ωραίο και αισιόδοξο το αρχικό κείμενό σου, Μάρα! Ανατρέπεις την επιφυλακτικότητά μας και μας δείχνεις ότι η χειρότερη εκδοχή, που τείνουμε να παίρνουμε ως γεγονός, δεν είναι και η αληθινή.
    Και το κείμενο του φιλοξενούμενού σου ανατρέπει τόσο ωραία την κυρίαρχη εικόνα του πατέρα-αφέντη, αναδεικνύοντας τον πατέρα-δούλο της αγάπης του και τον πατέρα-καταπιεσμένο από τα συναισθήματα που δεν μπορεί (πρέπει;) να εκφράσει. Τον πατέρα μας.

  12. Καλώς ήρθες στην παρέα μας.
    Είμαι πολύ χαρούμενη για το σχόλιο σου, προσέγγισες τον αρχικό σκοπό μου για το κείμενο. Ήθελα να δημιουργήσω αισθήματα ασφάλειας και αισιοδοξίας στον αναγνώστη.
    Το κείμενο του Spy, θεωρώ πως είναι θησαυρός. Μου αρέσουν τα θέματα που πραγματεύονται αισθήματα αγνά και αληθινά για οικείους ανθρώπους μας.
    θα τα ξαναπούμε.

  13. Ωραίο κείμενο και ενδιαφέρουσα στήλη. Καλά κείμενο του Spy ή για τον Spy, απλά τα σπάει!!!!

    Καλώς σας βρήκα, λοιπόν.

  14. @VK
    Καλώς ήρθατε. Χαίρομαι που σας άρεσε η στήλη.
    Με βρίσκεται απόλυτα σύμφωνη ο κύριος Spy τα σπάει!!!

  15. καλησπερα και καλως σας βρηκα!

    Αισθανομαι πως πρεπει να εντρυφησω λιιιγο περισσοτερο ομως για να ειμαι σε θεση να εκφερω γνωμη!

    Οπως και να χει, το εννοω πως χαρηκα που σας «βρηκα»

    Μετα τιμης,

    Πυγμαλιων.

  16. Αγαπητή μου mara lisha θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για μια ακόμα φορά, για την τόσο ζεστή σας φιλοξενία, και αν μου επιτρέπετε και όλους τους αναγνώστες σας για τα καλά τους λόγια.
    Είμαι πολύ χαρούμενος, που κάτι τόσο προσωπικό, έχει τη δυνατότητα να εξαπλώνεται με τόσο όμορφο τρόπο και να καταφέρνει τελικά να αγγίζει έστω και έναν άνθρωπο ακόμα. Πόσο μάλλον περισσότερους…

    Σας είμαι υπόχρεος.
    Τα σέβη μου.

  17. @ Πυγμαλίων
    Καλώς ήρθατε. Εντυπωσιακό το blog σας και οι επιστολές σας στην μικρή Γαλάτεια.
    Θα τα πούμε σύντομα. 🙂

    @ Spy
    Αγαπητέ μου, η τιμή και η χαρά ήταν όλη δική μου. Ένα τόσο τρυφερό κείμενο δεν θα μπορούσε παρά να προκαλέσει και να αγαπηθεί από πολύ κόσμο. Χαίρομαι ιδιαίτερα που μου επιτρέψατε να σας φιλοξενήσω.
    Το blogging on Sundays έχει φιλοξενήσει ως τώρα πολλούς αξιόλογους αρθρογράφους.
    Αν με ρωτήσετε το πιο σημαντικό πράγμα που αποκόμισα ως τώρα από την δημοσίευση των κειμένων σας, θα απαντήσω με ειλικρίνεια πως είναι η Φιλία σας. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: