header image
 

24 φορές ο House, M.D!

Η πρώτη σειρά που αγάπησα παθολογικά ήταν το 24. Μου είχαν πει οι φίλοι μου πως το έδειχνε και ιδιωτικό κανάλι, αργά το βράδυ, από τις έντεκα ως τις δώδεκα, αλλά ήμουν πάντα πολύ κουρασμένη και τό ‘χανα. Πρόλαβα όμως και πήρα μάτι ένα – δυο επεισόδια και κόλλησα.

Λίγο καιρό μετά, έκανα το μεγάλο βήμα και το είδα σε από την αρχή σε DVD. Έψαξα, βρήκα και νοίκιασα όλη τη σειρά μαζί. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το δω με μιας κι αφού έκανα τις απαραίτητες προετοιμασίες, στις οποίες έχω αναφερθεί και παλαιότερα, ξεκίνησα. Κάθε επεισόδιο με «αποβλάκωνε» όλο και πιο πολύ, κάθε επεισόδιο μού ‘κοβε όλο και πιο πολύ την ανάσα.

Εν τω μεταξύ, όποιος έκανε το λάθος και πλησίαζε την οθόνη παρατούσε γυναίκες, παιδιά και υποχρεώσεις και μαγνητιζόταν από τη σειρά. Όταν τελείωσε ο πρώτος κύκλος η παρέα στο σαλόνι μου είχε αυξηθεί δραματικά, είχε ξημερώσει ξανά, η πείνα μ’ έκοβε κι η φούσκα μου κόντευε να σκάσει! Όμως το συναίσθημα που με κυρίευε ήταν η απογοήτευση, λες και μού ‘χαν στερήσει την ελευθερία μου. Είχε – δυστυχώς – τελειώσει.

Από τότε, τα χρόνια πέρασαν, εγώ επέστρεψα στη δουλειά μου, στη ρουτίνα μου, στην TV μου και στον αγαπημένο μου – πλην αδικημένο σε αναφορές στο blog – κινηματογράφο. Η άποψη μου για τις σειρές δεν άλλαξε. Προτιμώ τις ταινίες, αφού σε μιάμιση με δύο ώρες καταφέρνουν να σε μεταφέρουν σε άλλο κόσμο, όπου όλα είναι πιθανά. Αγάπη, χωρισμός, θάνατος, επιτυχία, αποτυχία περιπλέκονται και μεταβάλλουν τον ψυχισμό σου, ανεβάζοντας τους παλμούς της καρδιάς στο κόκκινο …αμετάκλητα! Δεν ξαναζωντανεύουν οι νεκροί, εκτός κι αν πρόκειται για ταινία με ζόμπι. Δεν ζουν αιώνια οι πρωταγωνιστές χωρίς να αλλάζει ούτε κεραία από το χαρακτήρα τους. Στις ταινίες όλα είναι πιθανά και το τέλος απρόβλεπτο, όπως και στη ζωή. Στις σειρές, όσο δραματικά κι αν παρουσιάζονται τα γεγονότα, είναι σαν τα δελτία ειδήσεων. Στο επόμενο δελτίο/επεισόδιο, θα δεις και πάλι τα ίδια πρόσωπα να λένε τα ίδια γεγονότα (ή να τα ζουν), με το ευτυχισμένο τέλος και το κενό των διαφημίσεων…

Και Rewind! Εδώ ο κόσμος καίγεται – η Ελλάδα καίγεται, οι πολιτικοί απολογούνται για μίζες, το πετρέλαιο έφτασε τα 142 ντόλαρς, ο δικομματισμός περνά κρίση, η ακρίβεια μας τσάκισε όσα όνειρα δεν κατάφερε να μας τσακίσει η ίδια η ζωή, κι εσύ ρε Μάρα κάθεσαι κι αναπολείς το 24;

Ναι…

Μπορεί να το διαπιστώνουμε σε κείμενα μας υπό τη μορφή δοκιμίων, μπορεί να κράζουμε σε κάθε ευκαιρία την τηλεόραση και τα παλαβά της, αλλά είναι το κύριο μέσο ψυχαγωγίας μας. Όχι κατ’ επιλογή. Αναγκαστικά. Όλα τ’ άλλα είναι πολύπλοκα, χρονοβόρα ή πανάκριβα - συναισθηματικά και οικονομικά. Ψυχοφθόρα εντελώς. Ακόμη και το net υπάγεται σ’ αυτή την κατηγορία!

Αφήνω στην άκρη την παρέα και την οικογένεια, που υποστηρίζουν, εξυγιαίνουν και ανεβάζουν ψυχολογία και καθημερινότητα (τουλάχιστον οι δικοί μου).

Για να επιστρέψω στο θέμα μου, στα χρόνια που πέρασαν έμαθα πράγματα χρήσιμα από την ενασχόλησή μου με τους υπολογιστές, αλλά κυρίως χρηστικά. Αντί για TiVo έχω uTorrent κι αντί για DVD player, έχω μια ιδιοκατασκευή (HEPC) που κατ’ ευφημισμό συνηθίζουμε να αποκαλούμε στο σπίτι Home Theater για να μην παρεξηγείται ο αδερφός μου που την έφτιαξε! Κατάφερα όμως να αποκτήσω τις συνέχειες του 24 και να τις απολαύσω με την ίδια θέρμη που απόλαυσα και την πρώτη.

Μέχρι που ήρθε η 4η σεζόν του House (που όσο κι αν φαίνεται παράξενο, είναι το αντικείμενο της ανάρτησης)…

Η σειρά House M.D. άρχισε να προβάλλεται από ιδιωτικό κανάλι στη χώρα μας πριν τρία χρόνια και έχουν ήδη ολοκληρωθεί δύο (ίσως και τρεις – το Star τα προβάλλει όπως νά ‘ναι) σεζόν. Αγαπήθηκε κι απ’ τους Έλληνες, όπως και από τόσους άλλους λαούς στην Ευρώπη, την Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο. Έχει φανατικούς τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο, αφού παντού υπάρχουν υποχόνδριοι, αλλά και φαντασιόπληκτοι. Γιατί αν πιστεύεις πως θα μπεις σε νοσοκομείο και θα σε ξεψαχνίσουν τόσο πολύ, θα σε κάνουν καλά και θα σε στείλουν πακέτο σπίτι σου, μόνο φαντασιόπληκτος μπορεί να είσαι! Κι εγώ σαν ταινία σχετική με την επιστημονική φαντασία την παρακολουθώ.

Μετά από τέσσερα χρόνια όμως, έμεινα με ανοιχτό το στόμα, όταν χθες ολοκλήρωσα την τέταρτη σεζόν της σειράς. Τα δεκαέξι επεισόδια της σειράς, που αντιμετώπισε όπως τόσες άλλες την απεργία των σεναριογράφων στην Αμερική, ήταν όλα τους, ένα προς ένα, μικρές ταινίες, σύντομα επεισόδια, «κλεμμένα» απ’ τη ζωή. Ήταν μια χαρά που έχει σταματήσει εδώ και καιρό να μου δίνει η TV και οι σειρές που αυτή προβάλλει. Οι διαφημίσεις και τα εμβόλιμα έκτακτα δελτία ανοησίας σε κάνουν να ξεχάσεις τι έβλεπες και σε ποιο κανάλι. Αν είναι και καμιά φωτιά… την έκατσες τη βάρκα!

Τέλος πάντων, σήμερα μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ. Λίγο η ζέστη, λίγο το κλάμα που έριξα στο τελευταίο επεισόδιο, λίγο που δε ‘θα χω τι να δω τις υπόλοιπες μέρες… με αποπροσανατόλισαν πλήρως.

Συνιστώ όμως επείγον downloading – στα πλαίσια του νόμου πάντα – και καλή τηλεθέαση!

10 + 1 άχρηστα πράγματα για μένα

Τα μπλογκοπαίχνιδα τα θεωρούσα πάντα ευκαιρία για να γεμίσουμε το blog με αναρτήσεις, όταν δεν έχουμε κάποια ιδέα ή όταν έχουμε στερέψει δημιουργικά. Για να μη μακρηγορώ, δεν τα είχα σε υπόληψη, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι blogger. Είναι ένα «αποταξάμην» μπλογκικό αυτό το πράμα. Πως λέμε, «δε βλέπω Μαρία η Άσχημη» ή «δεν παρακολουθώ ριάλιτι»;

Μετά ήρθε το ΙδιογράφΩς, που απαιτούσε να δημιουργήσεις και να προσφέρεις ένα κομμάτι σου στο (αχόρταγο) αναγνωστικό κοινό, με τρόπο μη συμβατό με τις νέες τεχνολογίες, αλλά με μέσα που αυτές παρέχουν. Μου φάνηκε έξυπνο, διαφορετικό και άρπαξα την ευκαιρία (πρόσκληση ήθελα να πω).

Σήμερα, συμμετέχω σε ένα νέο παιχνίδι, αποδεχόμενη την πρόσκληση της elf, που την κάλεσε η beth, που την κάλεσε ο Dr.Seeng, που τον κάλεσε ο Λωτοφάγος, που τον κάλεσε ο Μπλογκούλης, που τον κάλεσε η Θεία Donna, που την κάλεσε ο Mahler, που τον κάλεσε η Crazy Waters… Η αναζήτηση έγινε γιατί θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω ποιος/ποια το ξεκίνησε, αλλά κάπου εδώ έχασα τα ίχνη του.

Εν κατακλείδι, συμμετέχω γιατί το παιχνίδι ταυτίζεται μ’ αυτό που κάνουμε γενικότερα ως blogger. Κοινώς, αγωνιούμε να αραδιάσουμε πράγματα που φαίνονται ασήμαντα, σε μας, για μας και για τους άλλους. Ορίστε λοιπόν:

1. Είμαι κλειστοφοβική, από τότε που με θυμάμαι! Παρόλα αυτά, ζω επί δεκαπέντε χρόνια στον 6ο όροφο πολυκατοικίας και ανεβαίνω καθημερινά με τις σκάλες (ακόμη και τα ξημερώματα μετά από οινοποσία και γλέντια, πτώμα και ζαλισμένη).

2. Όταν ξυπνάω το πρωί βάφομαι γιατί δεν αντέχω την αγουροξυπνημένη εικόνα μου στον καθρέφτη. Αυτός είναι κι ο λόγος που συνηθίζω να κάνω διακοπές πολυτελείας με όλα τα κομφόρ (αυτοκίνητο, ξενοδοχείο, πολλά αστέρια κλπ.) και όχι «εκστρατείας» (αντίσκηνο, ποδήλατα, τσιμπούρια).

3. Μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο, κατά προτίμηση το αγγλικό. Η αδυναμία μου είναι οι όμορφοι παίκτες (π.χ. Ronaldo, Kaká, Van Basten κλπ.), τους οποίους ξεχωρίζω καλύτερα κι απ’ τους σπορτκάστερ! Την περίοδο του Euro ή του Mundial ακούγομαι περισσότερο από τον πατέρα μου και τα δύο αδέρφια μου, τόσο στα σχόλια, όσο και στα επιφωνήματα. Η παρέα, οι μπίρες και οι πίτσες ή τα μεζεκλίκια είναι απαραίτητα συνοδευτικά για τη θέαση του αγώνα.

4. Λατρεύω τη θάλασσα… αλλά μόνο σε φωτογραφίες. Όταν την πλησιάζω περνάω την ώρα μου κάτω από ομπρέλες, μακριά της – σε απόσταση ασφαλείας από παιδιά και αμμόλοφους. Ο κόσμος μαυρίζει, εγώ παραμένω λευκή.

5. Έχω βρει το ιδανικό μου ταίρι, αλλά είναι το ίδιο στραβόξυλο μ’ εμένα και δεν μπορούμε να συγχρονιστούμε. Είτε θα ξυπνήσει και θα με απαγάγει, είτε θα τον τυλίξει καμιά του δρόμου και θα την κάνει «κυρία με τα ούλα της».

6. Κάθε Παρασκευή απόγευμα έχω πάγιο ραντεβού στην κομμώτρια μου… εδώ και είκοσι χρόνια! Δεν το κάνω από αυταρέσκεια, είναι πλέον τρόπος ζωής. Ένα πράμα όπως το «καφενείο» που πάνε οι άνδρες.

7. Αφιέρωσα όλη μου τη ζωή και σπούδασα πως να προστατεύω το περιβάλλον, αλλά φοβάμαι όλα τα ζωντανά του Θεούλη και τσιρίζω σαν τρελή και μόνο στη θέα τους.

8. Πρέπει να βάλω εφτά κιλά σύμφωνα με τις τελευταίες οδηγίες του οικογενειακού μας γιατρού. Ίσως τα καταφέρω, μόνο και μόνο για να αλλάξω γκαρνταρόμπα.

9. Χειμώνα-καλοκαίρι πίνω τον Νες μου χλιαρό. Η υπόλοιπη οικογένεια τον προτιμά καυτό! Φραπέ δεν πίνει κανείς.

10. Έχω δει καμιά σαρανταριά φορές την τριλογία του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών», αλλά κάθε φορά λέω στους άλλους πως είναι μόλις η δεύτερή μου.

10+1. Δε συγκρατώ ονόματα. Ο κόσμος μου είναι γεμάτος από «νεαρούς», «κοριτσάκια», «λιακάδες», «λουλούδια» και άλλα απρόσωπα.

Με τη σειρά μου καλώ τους: Intenetakia, Blog85100 (αμφότερους), Rizobreaker, Lingua Franca, Philos, Mediabiz.

Λίγο κρασί, λίγο θαλασσά και τ’ αγορί μου

sun-up

[photo via Dan Taylor | License: CC-BY]

Μου λέγανε πως το internet είναι χειμερινό σπορ για τους Έλληνες. Ένας φίλος μάλιστα προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει επ’ αυτού, με αρκετά πειστικά επιχειρήματα, οφείλω να ομολογήσω. Εγώ δεν πίστευα κανέναν.

Δεν μπορεί λέω. Αυτά που με απασχολούν το χειμώνα, είναι τόσο διαφορετικά απ’ αυτά που με συντροφεύουν το καλοκαίρι; Η κλίκα μου, οι φίλοι μου, τα προβλήματά μου, τα κόμπλεξ μου, είναι μόνο για τις κρύες νύχτες του χειμώνα; Αδύνατον! Κι όμως, ως ένα σημείο, φαίνεται να έχουν δίκιο. Το καλοκαίρι ξασαλώνουμε. Δεν μας κρατάει το σπίτι μας. Σουλατσάρουμε και ξεχνάμε και τα πισιά, και τις οθόνες… και τα ποντίκια.

Έλληνες σου λέει ο άλλος. Καλοκαίρι. Ήλιος. Θαλασσίτσα. Τσουπ, να σου κι έρχεται το αλησμόνητο άσμα στο μυαλό: «λίγο κρασί, λίγο θάλασσά και τ’ αγoρί μου»*. Στα χαρτιά που λένε. Γιατί στην πραγματικότητα, το Κιλκίς είναι ένας ξερότοπος, που μοιάζει να μη φυτρώνει τίποτ’ άλλο εκτός από στάρι, σκληρό, μαλακό κλπ. και λίγα κεράσια στη Γουμένισσα. Η «παραγωγή» σε άνδρες του πνεύματος είναι λιτή κι απέριττη. Απ’ τον Παυλίδη, το συγγραφέα των «Χρυσός Νοικοκύρης» και «Καραβάν-Σαράι» έχουμε να δούμε λόγιο να ταρακουνάει τα νερά, ενώ ο θεατράνθρωπος της πόλης, ο Δημήτρης Καρέλης, πού ‘φυγε κι αυτός, σαν πέρσι τέτοιο καιρό, πολιτογραφήθηκε απ’ τα κανάλια «Σαλονικιός».

Και επανέρχομαι, γιατί παραστράτησα. Ο ήλιος, η θάλασσα, τα χταποδάκια και τα μαυρισμένα κορμιά ταιριάζουν γάντι, τόσο στην πόλη μου, όσο και στην εποχή: είναι όνειρα θερινής νυκτός. Η ζωή μας έχει αλλάξει. Πολύ. Πάρα πολύ.

Θυμάμαι κάποτε, φοιτητές στο εξωτερικό, παρατηρούσαμε τους άλλους λαούς και τους χλευάζαμε. «Δε θα γίνουμε ποτέ σαν αυτούς», λέγαμε. Εμείς, να κλεινόμαστε από τις δέκα στα σπίτια μας; Απαράδεκτο. Στις δέκα δεν έχει αρχίσει η νύχτα μας! Ούτε στο μπάνιο δεν έχουμε μπει!

Να αγοράσουμε το καρπούζι με τη φέτα και τις ντομάτες με το κομμάτι; Αστείο! Ανέκδοτο! Όπως και ο «αλβανός τουρίστας». Μόνο που τώρα κοντεύει να γίνει ανέκδοτο ο «έλληνας τουρίστας»! (Πολλά θαυμαστικά, μεγάλη η έκπληξη).

Δεν θα καταλήξω κάπου. Δεν υπάρχει συμπέρασμα. Μια διαπίστωση κάνω στη ζωή μου, που είναι γεμάτη «δουλειά» και υποχρεώσεις, καθόλου διασκέδαση και κυρίως, καθόλου καθαρό μυαλό να κατακάτσουν οι σκέψεις, να γίνουν απόψεις, θέσεις και ουσία. Θα παραφράσω το χαριτωμένο «τρώμε για να ζούμε ή ζούμε για να τρώμε». Θα αναρωτηθώ μόνο αν «δουλεύουμε για να ζούμε ή ζούμε για να δουλεύουμε»…

* Ο τονισμός είναι ηθελημένα λάθος, αλλά ανταποκρίνεται στον τρόπο που ακούγεται το τραγούδι.

P.S. Όπως και νά ‘χει, αν και αργά, καλό μας καλοκαίρι!

Best Friends

best friends

[photo via fady habib / Untitled blue | License: CC-BY]

Αντί προλόγου:

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Αυτός τα θεραπεύει όλα και οδηγεί τις έννοιες στη χώρα της λήθης. Η θύμηση, καράβι που επανέρχεται σαν το γερασμένο φέριμποτ της γραμμής…

Όταν έχεις μάθει να δίνεσαι ολοκληρωτικά σ’ αυτό που κάνεις, μαθαίνεις πότε να κερδίζεις και πότε να χάνεις. Όταν δίνεσαι ολοκληρωτικά στη ζωή, τότε αυτή μετατρέπεται σε κέρδη και χασούρες. Τα κέρδη εξανεμίζονται σαν το ζεστό χρήμα, αλλά η χασούρα συσσωρεύεται μέσα σου, σαν τη ραδιενέργεια. Ως την επόμενη μέρα – γιατί πάντα υπάρχει μια «επόμενη μέρα» που θα σε κάνει να αναζητάς την κάθε στιγμή, την κάθε επαφή, για να αποτοξινωθείς, για να επιβιώσεις.

Αντί επιλόγου:

Ευχαριστώ τις ψυχές που μπήκαν στη δική μου κι άφησαν σχόλια, από καρδιάς (δεν πίστευα πως τα απρόσωπα ψηφία στην οθόνη κρύβουν τόση ψυχή μέσα τους).

Συνεχίζουμε!

Τυφλές ελπίδες

Σήμερα έχασα ένα πολύτιμο πλάσμα απ’ τη ζωή μου. Δεν ξέρω πως ν’ αντιδράσω στον πόνο, ακόμα νιώθω το μούδιασμα της έκπληξης. Σ’ αυτόν αφιερώνω το παρακάτω…

Είσαι εκείνος που έψαχνα,
που χρόνια λαχταρούσα,
στην αγκαλιά σου θα ‘θελα
για πάντοτε να ζούσα.

Με πλημμύρισαν τυφλές ελπίδες
από κείνη τη στιγμή που μ’ είδες,
πως θα είμαστε μαζί.
Παραδόθηκα στο κοίταγμα σου,
πίστεψα στα λόγια τα δικά σου,
έπεσα μες στη φωτιά.

Πόσο επιπόλαια
φέρθηκα μπροστά σου,
βιάστηκα να ξεδιπλώσω
όλα τα φύλλα της καρδιάς.

Με πλημμύρισαν τυφλές ελπίδες
από κείνη τη στιγμή που μ’ είδες,
πως θα είμαστε μαζί.
Παραδόθηκα στο κοίταγμα σου,
πίστεψα στα λόγια τα δικά σου,
έπεσα μες στη φωτιά.